Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2014

ΠΑΛΙΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ & ΠΑΙΔΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ (ΛΑΧΝΙΣΜΑΤΑ)





Τα παιδιά σχηματίζουν ένα κύκλο, καθισμένα γύρω από τη μάνα, που είναι ένα από τα μεγαλύτερα παιδιά. Εκείνη βγάζει τη ζώνη της ή ένα λουρί ή σχοινί και πρώτα σχηματίζει μ’ αυτό διάφορα σχήματα, π.χ. ένα αχλάδι, ένα μήλο, ένα καλάθι κτλ. Τα άλλα πρέπει να μαντέψουν τι παριστάνει. Όποιο το βρει, του δίνει η μάνα το λουρί και τότε εκείνο έχει το δικαίωμα να σηκωθεί και να κυνηγήσει τ’ άλλα παιδιά. Η μάνα μένει στη θέση της και κάθε τόσο φωνάζει: «Τρεις και το λουρί της μάνας! ». Εκείνος που κρατεί το λουρί, συνεχίζει το κυνήγι του κι αν κτυπήσει κανένα παιδί, τότε εκείνο βγαίνει απ’ το παιχνίδι. Αν όμως η μάνα φωνάξει: «Τρεις και το λουρί της μάπας! », τότε αυτός που κυνηγάει, πρέπει αμέσως να γυρίσει πίσω και να παραδώσει το λουρί στη μάνα, αλλιώς τα άλλα παιδιά έχουν το δικαίωμα να τον πάρουν στο κυνήγι και να του πάρουν το λουρί και να αρχίσουν μ’ αυτό να τον χτυπούν.



Τα παιδιά, από 6 και πάνω, διαλέγουν από τα πιο μεγάλα, δυο μάνες και η κάθε μια παίρνει με λάχνισμα τον ήλιο ή το φεγγάρι. Οι 2 μάνες σχηματίζουν με τα χέρια τους μια καμάρα και στέκονται όρθιες στη μέση. Τα υπόλοιπα παιδιά σχηματίζουν μια γραμμή, το ένα πίσω απ’ το άλλο, κρατημένα απ’ τη μέση ή απ’ τη ζώνη τους. Όπως έχουν σχηματίσει τη σειρά προχωρούν προς την καμάρα τραγουδώντας:
                                         Περνά, περνά η μέλισσα
                                           Με τα μελισσόπουλα
                                          Και με τα παιδόπουλα!
                Όταν φτάσουν μπρος την καμάρα οι 2 μάνες τα ρωτούν:
                                          -Από πού ερχόσαστε;
                                         -Από την Κόρινθο (π.χ.)
                                         -Και τι έχετε φορτωμένα;
                                         -Σύκα και σταφύλια (π.χ.)
                                           -Περάστε μέσα.
                Σηκώνουν λοιπόν τα χέρια τους και τα παιδιά περνούν κάτω από την καμάρα, βουίζοντας σαν τις μέλισσες. Την ώρα που είναι να περάσει το τελευταίο, οι 2 μανάδες κατεβάζουν τα χέρια τους και το κρατούν κι ύστερα το ρωτούν σιγά, ώστε να μην ακούσουν τα άλλα:
                                   -Τι θέλεις, τον ήλιο ή το φεγγάρι;
                Το παιδί θα πει τον ήλιο ή το φεγγάρι και τότε θα πάει πίσω απ’ αυτή που πήρε τούτο το όνομα και θα πιαστεί απ’ τη μέση της. Το παιχνίδι συνεχίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, μόνο που κάθε φορά, τα παιδιά λένε ότι έρχονται από άλλο μέρος και φέρνουν διαφορετικά πράγματα, μέχρις ότου μοιραστούν όλες. Την τελευταία τη ρωτούν πια φανερά, αν θέλει τον ήλιο ή το φεγγάρι κι όταν διαλέξει, πιάνεται, πίσω απ’ όλα τα άλλα παιδιά. Τότε η μια μάνα βγάζει τη ζώνη της και την απλώνει στην άλλη και η κάθε μια τους κρατάει από μιαν άκρη και με τα παιδιά από πίσω της την τραβάει προς το μέρος της. Όποια πάρει την άλλη, νικάει.


Πιάνονται απ’ το χέρι και σχηματίζουν κύκλο, ενώ ένα κορίτσι απ’ τα μεγαλύτερα, η κυρα-Μαρία, στέκεται στη μέση. Αρχίζουν να γυρίζουν γύρω γύρω και τραγουδούν, ενώ η κυρα-Μαρία προσπαθεί να περάσει ανάμεσά τους.
                           Που θα πας κυρα-Μαρία, δεν περνάς δεν περνάς,
                            Που θα πας κυρα-Μαρία, δεν περνάς, περνάς!
                          -Θε να πάω εις τους κήπους δεν περνώ, δεν περνώ.
                            Θε να πάω εις τους κήπους δεν περνώ, περνώ!
                        -Τι θα κάνεις εις τους κήπους δεν περνάς, δεν περνάς 
                           Τι θα κάνεις εις τους κήπους δεν περνάς, περνάς!
                            -Θα μαζέψω 2 βιολέτες δεν περνώ, δεν περνώ 
                               Θα μαζέψω 2 βιολέτες δεν περνώ, περνώ!
                          -Τι θα κάνεις τις βιολέτες δεν περνάς, δεν περνάς
                            Τι θα κάνεις τις βιολέτες δεν περνάς, περνάς!
                          -Θα τις δώσω της καλής μου δεν περνώ, δεν περνώ
                            Θα τις δώσω της καλής μου δεν περνώ, περνώ!
                         -Και ποια είναι η καλή σου δεν περνάς, δεν περνάς
                            Και ποια είναι η καλή σου δεν περνάς, περνάς!
                       -Η καλή μου είν’ (η Ελένη π.χ.) δεν περνώ, δεν περνώ
                          Η καλή μου είν’ (η Ελένη π.χ.) δεν περνώ, περνώ!
                Μόλις ακούσει τ’ όνομά του το κορίτσι που ανέφερε η κυρα-Μαρία, φεύγει απ’ τον κύκλο και μπαίνει στη μέση και τότε είτε γίνεται αυτό κυρα-Μαρία και το παιχνίδι συνεχίζεται έτσι είτε στέκεται στο πλάι της κυρα-Μαρίας, που συνεχίζει ν’ αναφέρει σε κάθε επανάληψη του τραγουδιού κι από μια φιλενάδα της, ώσπου δε μένουν πια αρκετά κορίτσια, για να σχηματίσουν κύκλο κι έτσι το παιχνίδι τελειώνει.

  Ένα από τα μεγαλύτερα παιδιά κάνει τον λύκο, που πάει και κρύβεται πίσω από ένα θάμνο ή ένα δέντρο. Τα άλλα παιδιά, με επικεφαλής ένα απ’ τα μεγαλύτερα, που θα είναι η «μάνα», πιάνονται στη σειρά, το ένα πίσω απ’ το άλλα και πλησιάζουν το κρησφύγετο του λύκου, απαγγέλλοντας  ρυθμικά:
                                   «Πήγε ο λύκος στο βουνό,
                                    μες στο δάσος το πυκνό.
                                    Τριγυρνώ και τραγουδώ:
                                     Λύκε, λύκε είσαι δω;»
                                 Ο λύκος απαντάει: -Εδώ είμαι!
                                Τα παιδιά ρωτούν: -Και τι κάνεις;
                              Ο λύκος: -Βάζω το πουκάμισό μου! Ή
                               Τώρα σηκώνομαι απ’ το κρεβάτι μου!
                Τα παιδιά απομακρύνονται, κάνουν ένα νέο γύρο, πάντα πιασμένα το ένα πίσω απ’ το άλλο και σταματούν πάλι έξω απ’ το κρησφύγετο του λύκου, λέγοντας το ίδιο τραγουδάκι. Ο λύκος εξακολουθεί να ντύνεται και τους απαντάει πάντα: «Βάζω το παντελόνι μου» ή «φοράω τα παπούτσια μου» ή δίνει άλλες αστείες απαντήσεις, όπως: «Ξυρίζω τα μουστάκια μου», ανάλογα με την ηλικία του και με την ετοιμότητά του. Στο τέλος λέει: «Βάζω το καπέλο μου» ή «παίρνω το μπαστούνι μου και σας κυνηγώ» και τότε τα παιδιά σκορπίζονται φωνάζοντας:
                                      «Λύκε, λύκε φτάσε με,
                                     σαν μπορείς και πιάσε με!»
                Ο Λύκος τρέχει από πίσω τους και τα κυνηγάει. Όποιο παιδί φτάσει, βγαίνει από το παιχνίδι. Αυτό γίνεται ώσπου να τα πιάσει όλα ή ώσπου να κουραστούν τα παιδιά.


 Τα παιδάκια σχηματίζουν έναν κύκλο και βάζουν το πιο μικρό στη μέση. Ύστερα πιάνονται από τα χέρια και γυρίζουν τραγουδώντας:
                                       Γύρω-γύρω όλοι
                                    Στη μέση ο Μανόλης,
                                  Χέρια, πόδια στη γραμμή
                                   Όλοι κάθονται στη γη!
                                   -Κάθισε, Μανολάκη!
     Με το: «όλοι κάθονται στη γη!», όλα τα παιδάκια κάθονται χάμω και τεντώνουν τα πόδια τους προς το κέντρο. Το ίδιο πρέπει να κάνει και ο «Μανόλης».


Τα κοριτσάκια σχηματίζουν έναν κύκλο, που κοιτάζει προς τα μέσα. Στο κέντρο κάθεται ένα κοριτσάκι, που κάνει τάχα ότι κλαίει. Τα άλλα γυρίζουν γύρω-γύρω και τραγουδούν:
                                                Η μικρή Ελένη
                                              κάθεται και κλαίει
                                    γιατί δεν την παίζουν οι φιλενάδες της.
                                       Σήκω απάνω, πλύνε τα μάτια,
                                     Κοίταξε τον ήλιο κι αποχαιρέτησε! 
                Το κοριτσάκι, τότε, που κάνει την Ελένη, πλένει δήθεν τα μάτια της και κοιτάζει τον ήλιο κι ύστερα σηκώνεται ξαφνικά και πιάνει μια απ’ τις άλλες, που γίνεται εκείνη Ελένη με τη σειρά της.



Παίζεται από 2 ή περισσότερα παιδιά ή από 2 ομάδες παιδιών, όταν τα παιδιά είναι από 4 και πάνω. Κάθε παιδί διαλέγει την πέτρα του, που πρέπει να είναι πλακέ και ελαφριά.
             Χαράζουν στο χώμα ή ζωγραφίζουν στο πεζοδρόμιο ή στην αυλή με κιμωλία το σχήμα του κουτσού και αριθμούν τα τετράγωνα. Η επάνω διάμετρος πρέπει να έχει τόσο πλάτος, ώστε να μπορεί να σταθεί ένα παιδί με τεντωμένα τα δυο του πόδια, δηλ. περίπου 80 πόντους. Ανάλογα πρέπει να είναι τα υπόλοιπα τετράγωνα. Ορίζουν ένα σημάδι και κάθε παιδί ρίχνει την πέτρα του στο σημάδι.   Όποιου η πέτρα πάει μακρύτερα, εκείνο θα παίξει πρώτο. Ύστερα αρχίζει το παιχνίδι  κι όποιο παιδί παίξει πρώτο, πετάει την πέτρα του στο πρώτο τετράγωνο, από μια απόσταση ως 3 βήματα περίπου. Αν τυχόν η πέτρα πέσει είτε έξω από το τετράγωνο είτε πάνω στη γραμμή, τότε το παιδί χάνει τη σειρά του και πρέπει να περιμένει να παίξουν όλοι οι άλλοι για να ξαναρίξει. Αν πέσει μέσα στο τετράγωνο, τότε πηδάει κι αυτό μέσα, πατώντας μόνο στο δεξί πόδι και μ’ αυτό σπρώχνει την πέτρα στο επόμενο τετράγωνο. Όταν φτάσει στο τρίτο, τότε κάνει το λεγόμενο γεφυράκι, δηλ. σπρώχνει την πέτρα πάνω στη γραμμή, που είναι ανάμεσα στα 2 τετράγωνα του (4) και πατάει με τα 2 πόδια.    Κατόπιν στηρίζεται πάλι στο δεξί πόδι και σπρώχνει την πέτρα στο πέμπτο τετράγωνο κι από κει στο κεντρικό τετράγωνο του (6), οπότε κάνει πάλι το γεφυράκι, έχοντας την πέτρα στο μεσιανό τετράγωνο και πατώντας με τα 2 πόδια του στα δυο ακριανά. Αμέσως μετά κάνει μεταβολή πηδώντας και τότε έχει το δικαίωμα είτε να κάνει πάλι το γεφυράκι και να σπρώξει την πέτρα με το κουτσό στο πέμπτο τετράγωνο είτε να σκύψει και να την πιάσει με το χέρι και να την πετάξει στο πέμπτο τετράγωνο.      Συνεχίζει ύστερα το κουτσό και γυρίζει πίσω βγάζοντας την πέτρα έξω. Έρχεται κατόπιν η σειρά από τα άλλα παιδιά να κάνουν τον πρώτο γύρο.
            Ο δεύτερος γύρος λέγεται Τουβλάκι, γιατί όλη η διαδρομή γίνεται τοποθετώντας ένα σπασμένο τουβλάκι στη ράχη του ποδιού και πηδώντας ελαφρά από ένα τετράγωνο στο άλλο, έτσι ώστε να μην πέσει το τουβλάκι κάτω.
            Ο τρίτος γύρος λέγεται Πλάτη. Σ’ αυτόν ο παίκτης τοποθετεί την πέτρα του επάνω στην πλάτη του και πηδάει από το ένα τετράγωνο στο άλλο κουτσός πάντα και σκύβοντας για να μην πέσει η πέτρα του χάμω.
            Ο τέταρτος γύρος είναι το Χεράκι. Σ’ αυτόν η πέτρα τοποθετείται πάνω στη ράχη του αριστερού χεριού και ο παίκτης πρέπει να κάνει όλη τη διαδρομή πηδηχτά, προσέχοντας να μην του πέσει η πέτρα. Στην επιστροφή, καθώς θα κάνει τη μεταβολή πηδηχτά στο έκτο τετράγωνο, πετάει και την πέτρα ψηλά, γυρίζοντας το χέρι του και κατά την επιστροφή την κρατάει πια στην τεντωμένη παλάμη του.
            Ο πέμπτος και τελευταίος γύρος είναι το Τυφλό. Ο παίκτης τοποθετεί την πέτρα πάνω στο κούτελό του και γέρνει το κεφάλι του κατά πίσω, προσέχοντας να μην πέσει η πέτρα. Έτσι κάνει όλη τη διαδρομή, χωρίς να βλέπει που πατάει και προσέχοντας να μην πατήσει στη γραμμή ή να μη βγει έξω από τα τετράγωνα, αλλιώς καίγεται και ξαναρχίζει.
            Όταν τα παιδιά παίζουν ομαδικά, νικάει εκείνη η ομάδα που οι παίκτες της έχουν καεί τις λιγότερες φορές.


6
6
6   
5

4
4

3

2

1




Οι παίκτες - από 5 ως 10 - κάθονται γύρω-γύρω και βγάζουν έναν αρχηγό, τα πιο μεγάλα απ’ τα παιδιά ή τον πιο έξυπνο, ανάμεσα στους μεγάλους. Καθένας απ’ τους παίκτες παίρνει έναν αριθμό. Αυτό γίνεται κατά 2 τρόπους: Ή εκείνος που κάθεται στ’ αριστερά του αρχηγού, παίρνει τον αριθμό 1 κι ο διπλανός του το 2 κι έτσι ως το τέλος, ή ο  καθένας παίρνει όποιο αριθμό του αρέσει, που δεν πρέπει όμως να είναι μεγαλύτερος, απ’ όσα είναι στο σύνολό τους τα παιδιά. Έτσι π.χ. αν τα παιδιά είναι 8, δεν πρέπει κανείς να πάρει τον αριθμό 10. Κάθε παίκτης πρέπει να θυμάται καλά τον αριθμό του, γιατί απ’ αυτό θα εξαρτηθεί αν θα κερδίσει ή θα χάσει.
                Πρώτος μιλάει ο αρχηγός και λέει:
         - Έχω μια κολοκυθιά που κάνει 3 (π.χ.) κολοκύθια!
                Μόλις αναφέρει αυτόν τον αριθμό, εκείνος που έχει το 3, πρέπει αμέσως να σηκωθεί και να πει:
         - Και γιατί να κάνει τρία;
         - Και πόσα θέλεις να κάνει; Ρωτάει ο αρχηγός.
         - Να κάνει (π.χ.) πέντε.
                Μόλις ακούσει τον αριθμό του εκείνος που έχει το πέντε, πρέπει αμέσως να σηκωθεί και να πει: «Και γιατί να κάνει  πέντε;» και το παιχνίδι συνεχίζεται μ’ αυτόν τον τρόπο.
                Αν κανείς ακούσει τον αριθμό του και δεν σηκωθεί ή σηκωθεί ακούγοντας τον αριθμό που έχει άλλος ή πει ανύπαρκτο αριθμό (π.χ. το 12 αν είναι 10 τα παιδιά), τότε χάνει και πρέπει να δώσει ενέχυρο. Αυτό το ενέχυρο πρέπει να είναι κάτι το ατομικό του, π.χ. το μαντίλι του, το βραχιόλι του…  Όλα αυτά ο αρχηγός τα βάζει κατά μέρος και τα σκεπάζει μ’ ένα μαντίλι ή μ’ ένα κομμάτι ύφασμα. Όταν τελειώσει το παιχνίδι, ο αρχηγός βάζει το χέρι του κάτω απ’ το μαντίλι, τραβάει ένα-ένα τα ενέχυρα και φωνάζει:
         - Κι αυτός εδώ, τι πρέπει να κάνει;
                Οι άλλοι, όλοι μαζί, φωνάζουν.
         - Να λαλήσει σαν πετεινός ή να γκαρίξει σαν γαϊδούρι ή να περπατήσει με τα τέσσερα, ή ό,τι άλλο σοφιστούν.
                Την τιμωρία αυτή, πρέπει ο τιμωρημένος να τη δεχτεί με κέφι και να κάνει τους άλλους να γελάσουν.
                
Σ Υ Ν Ε Χ Ι Ζ Ε Τ Α Ι .......


                


Λέγονται αυτά τα ακατανόητα περιπαιχτικά ποιήματα, που καθορίζουν ποιος θα ξεκινήσει το παιχνίδι & συχνά τη μοίρα του καθενός στο παιχνίδι. Έξι απ’ αυτά είναι τα εξής:

                
1) Α μπε-μπα-μπλομ. 
                   Του κίθε-μπλομ. 
                   Α μπε-μπα-μπλομ του κίθε μπλομ. Μπλιμ-μπλομ. 
                   Σαν θα πας εκεί, στη Βόρειο Αμερική, 
                   θα δεις τον Ερμή να παίζει μουσική. 
                   Όλα τα κοιτώ, σαν παιδί κουτό, 
                   την Ακρόπολη και τον Λυκαβηττό. 
                   Α μπε-μπα-μπλομ. 
                   Του κίθε-μπλομ. 
                   Α μπε-μπα-μπλομ του κίθε μπλομ. Μπλιμ-μπλομ.




                
2) Ένα δύο τρία. 
                   Πήγα στην κυρία. 
                   Μου ‘δωσε ένα μήλο. 
                   Μήλο δαγκωμένο. 
                   Το ‘δωσα στην κόρη. 
                   Έκανε ‘εν’ αγόρι. 
                   Το ‘βγαλε Θανάση. 
                   Σκούπα και φαράσι.



              
  3) Ανέβηκα σ’ ένα βουνό
                   και είδα ένα γουρούνι.
                   Το κοίταξα καλά-καλά
                   Και σου ‘μοιαζε στη μούρη.
                   Γω, γω, γω,
                   Συ, συ, συ,
                   Το γουρούνι είσαι εσύ!
                4) Είσαι ένα κινεζάκι,
                   τρως πολύ ρυζάκι
                   και πόσες κουταλίτσες
                   την ημέρα τρως;
                   -Πέντε.
                   Ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε.
 


                5) Άστρα νταμ
                   πίκι-πίκι ραμ
                   το ψωμί το λένε νταμ
                   και τη γάτα Καρολίνα
                   και τον ποντικό Σωλήνα
                   που πηγαίνει στην κουζίνα
                   και ψοφάει από την πείνα.



                6) Άκατα, μάκατα,
                   σούκουτου μπε,
                   άμπε, φάμπε,
                   ντο μινέ,
                   άκατα, μάκατα,
                   σούκουτου μπε,
                   άμπε, φάμπε,
                   βγες.

                
7) Μαριάμ μαριάμ 
           Ο μαριάμ μαριάμ μαριάμ 
           σι ντο ρε μι μακαρό μακαρό 
           λέο λέο πι πι πι 
           λέο λέο πι πι πι 
           one two three 



         
8) Ο Καρακατσάνης μπήκε στο τηγάνι κι έσπασε τ' αυγά.
            Γιατί Καρακατσάνη, μπήκες στο τηγάνι κι έσπασες τ' αυγά;
            Φάε τώρα κι από μένα μια καρπαζιά.



         
9) Ντορεμι φασόλα
            μου 'φυγε η σόλα
            πήγε στο Παρίσι
            να παραθερίσει
            κι όταν θα γυρίσει
            πάλι θα κολλήσει 
            στο παλιό παπούτσι
            που 'χε ξεκολλήσει. 

      
10) Ανέβηκα στη λεμονιά να κόψω ένα λεμόνι
            κι η λεμονιά τσακίστηκε και μου κοψε το χέρι.
            Δώς μου το μαντιλάκι σου το χρυσοκεντημένο 
            να δέσω το χεράκι μου που το'χω ματωμένο. 

       
11) Ο Χριστός κι η Παναγιά
            κάνανε μια συμφωνία:
            ποιος θα βρεί το δεκατρία
            ένα-δύο-τρία-τέσσερα
            πέντε-έξι-επτά-οχτώ
            εννιά-δέκα-έντεκα
            δώδεκα-δεκατρία.

12) Ανεβαίνω στη συκιά
Ανεβαίνω στη συκιά
και πατώ στην καρυδιά
πίνω το γλυκό κρασί
απ' την κούπα τη χρυσή
και φωνάζω κούι κούι
μα κανένας δε μ' ακούει.
Ανεβαίνουν τα παιδιά
σαν του Μάη τα κλαριά
ανεβαίνουν τα κορίτσια
τα λιγνά σαν κυπαρίσσια
ανεβαίνουν κι οι γριές
με τις κεντητές ποδιές.
Ανεβαίνουν κι οι παπάδες
με τις κόκκινες λαμπάδες
ανεβαίνουν τα παιδάκια
με τα κόκκινα βρακάκια
ανεβαίνω και εγώ
με το κόκκινο τ' αυγό.
13)Ανέβηκα στην πιπεριά
Ανέβηκα στην πιπεριά
να κόψω ένα πιπέρι
κι η πιπεριά τσακίστηκε
και μου 'κοψε το χέρι.
Δωσ' μου το μαντηλάκι σου
το χρυσοκεντημένο
να δέσω το χεράκι μου
που είναι ματωμένο.

14)Ένα, δύο, τρία
Ένα δύο τρία
πήγα στην κυρία
μου 'δωσε ένα μήλο
μήλο δαγκωμένο
το 'δωσα στην κόρη
έκανε αγόρι
το 'βγαλε Θανάση
σκούπα και φαράσι.


  

Ύπνε, που παίρνεις τα παιδιά,
έλα πάρε και τούτο,
μικρό μικρό σου το 'δωκα,
μεγάλο φέρε μου 'το·
μεγάλο σαν ψηλό βουνό,
ίσιο σαν κυπαρίσσι
κι οι κλώνοι του ν' απλώνονται
σ' ανατολή και δύση. 



Νάνι νάνι, νάνι νάνι
ύπνον ήσυχο να κάνει.
Να κοιμάται να μερώνει,
να ξυπνά να μεγαλώνει·
να κοιμάται σαν τ' αρνάκι,
να ξυπνά σαν τ' αηδονάκι.
Μην πατάτε, μη βροντάτε·
το παιδάκι μου κοιμάται…



Νάνι νάνι νάνι νάνι
το µωρό µου για να κάνει
Ήρθες ύπνε από την πόλη
έλα κοίµισε τ’ αγόρι
Νάνι νάνι νάνι νάνι
το πουλάκι µου να κάνει
Στη πόλη του παρήγγειλα
να φτιάξω τ’ άρµατά7 του
Στη Βενετιά τα ρούχα του
και τα χρυσαφικά του
Νάνι νάνι νάνι νάνι
το αγόρι µου να κάνει
Έλα ύπνο υπνωσέ ’το
Παναγιά µου φυλαξέ ’το


Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά,
Έλα πάρε και τούτο
Μικρό-µικρό σου το ’δωσα
µεγάλο φέρε µου το

Μεγάλο σαν ψηλό βουνό
ίσιο σαν κυπαρίσσι
Οι κλώνοι8 του να φτάνουνε
σ’ ανατολή και δύση

Κοιµήσου και παράγγειλα
στην Πόλη τα προικιά σου
Στη Βενετιά τα ρούχα σου
και τα χρυσαφικά σου
Νάνι, νάνι, νάνι, νάνι
το µωράκι µου να κάνει
Έλα ύπνε, πάρε µού το
και γλυκά αποκοίµισέ το

Νάνι, που το µεγάλωσαν
τρεις αδερφές και µάνα
Και πάλι δεν τους φτάνανε
πήραν και παραµάνα9

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
έλα πάρε και τούτο
Να µου το πας στον γκιουλ-µπαξέ10
και πάλι φέρε µου το
Κοιµήσου χαϊδεµένο µου
κι εγώ σε νανουρίζω
Στην αγκαλιά µου σε κουνώ
και σε γλυκοκοιµίζω




Σ Υ Ν Ε Χ Ι Ζ Ε Τ Α Ι .....

Δεν υπάρχουν σχόλια: